επιπλέω

(Α ἐπιπλέω και ιων. τ. ἐπιπλώω) [πλέω]
1. πλέω ή ανεβαίνω και παραμένω στην επιφάνεια ενός υγρού («ἀσθενὲς δὲ τὸ ὕδωρ... ὥστε μηδὲν οἷόν τε εἶναι ἐπ’ αὐτοῡ ἐπιπλώειν, μήτε ξύλον», Ηρόδ.)
2. ακολουθώ άλλο πλοίο ή στόλο («ἐπέπλει κατόπιν ἐπί παντὶ τῷ στόλῳ», Πολ.)
νεοελλ.
κατορθώνω να υποσκελίσω άλλους, να έλθω στην επιφάνεια, να διακριθώ («καταφέρνει πάντα να επιπλέει»)
αρχ.
1. διαπλέω, διασχίζω («οἱ μὲν ἔπειτ’ ἀναβάντες ἐπέπλεον ὑγρὰ κέλευθα», Ομ. Ιλ.)
2. προσβάλλω από τη θάλασσα («ἅμα ἕω ἐπέπλεον τῇ Κερκύρᾳ», Θουκ.)
3. (για ανθρώπ.) επιβιβάζομαι σε πλοίο («τῶν δὲ ἐπιπλωόντων μετά γε τοὺς στρατηγούς», Ηρόδ.)
4. πλέω παράλληλα προς την ακτή, παραπλέω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιπλέω — επιπλέω, επέπλευσα βλ. πίν. 42 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἐπιπλέω — ἐπίπλεος quite full of masc/neut nom/voc/acc dual ἐπίπλεος quite full of masc/neut gen sg (doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic parad… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιπλέω — επίπλευσα, αμτβ. 1. ανεβαίνω ή παραμένω στην επιφάνεια υγρού, δε βυθίζομαι. 2. μτφ., κατορθώνω να υποσκελίσω άλλους και να ανεβώ στην επιφάνεια, διακρίνομαι: Επιπλέει με οποιαδήποτε πολιτική κατάσταση. 3. (ναυτ.), πλέω ύστερα από άλλο πλοίο ή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπίπλη — ἐπιπλέω sail upon pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres imperat act 2nd sg (attic doric aeolic) ἐπιπλέω sail upon imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἐπιπλέω sail… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλευσουμένων — ἐπιπλέω sail upon fut part mid fem gen pl (attic epic doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid masc/neut gen pl (attic epic doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid fem gen pl (doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid masc/neut gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλευσούμενον — ἐπιπλέω sail upon fut part mid masc acc sg (attic epic doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid masc acc sg (doric) ἐπιπλέω sail upon fut part mid neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλεῖ — ἐπιπλέω sail upon pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind act 3rd sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλεόντων — ἐπιπλέω sail upon pres part act masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres imperat act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres part act masc/neut gen pl ἐπιπλέω sail upon pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλέει — ἐπιπλέω sail upon pres ind mp 2nd sg (epic ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind act 3rd sg (epic ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind mp 2nd sg (epic ionic) ἐπιπλέω sail upon pres ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλέον — ἐπιπλέω sail upon pres part act masc voc sg (epic doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) ἐπιπλέω sail upon pres part act masc voc sg ἐπιπλέω sail upon pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.